βιβλιοπαρουσίαση: Η Ήρεμη Δύναμη

Ένα νέο μοντέλο εξουσίας για την οικογένεια, το σχολείο, την κοινότητα, του Haim Omer
Εκδότης: Γλάρος
Μετάφραση: Σπυριδούλα Κώτση - Δημήτρης Φιλοκώστας



Κατά καιρούς ερχόμαστε σε επαφή με περιστατικά βίας στο σχολείο, με κορυφαία εκδήλωση τον βίαιο θάνατο του Βαγγέλη Γιακουμάκη, ο οποίος αποτέλεσε και την αφορμή για τη θέσπιση νόμου κατά του σχολικού εκφοβισμού. Μπορεί η ποινικοποίηση της βίας να δώσει τη λύση στο πρόβλημα; Είναι τελικά η αστυνομία και οι εισαγγελείς ανηλίκων που θα πρέπει να σπεύδουν ανά πάσα στιγμή να ανακρίνουν τους μαθητές για να αναγνωριστούν οι θύτες και τα θύματα; Κατά πόσο αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος αντιμετώπισης της βίας; Από την άλλη πλευρά, με ποιον τρόπο επιδρά στο κύρος αλλά και στη δημόσια εικόνα του σχολείου η ιδέα ότι: δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τη βία εντός του σχολείου, αλλά μπορούμε να την καταγγείλουμε στις αρχές, και ας πράξουν αυτές όπως αρμόζει; Κατά πόσο ενδυναμώνεται το σχολείο, έτσι ώστε να θεωρείται μια ασφαλής κοινότητα, όταν γίνεται πεδίο κλιμακούμενων συγκρούσεων ανάμεσα σε μαθητές, ανάμεσα σε μαθητές και εκπαιδευτικούς, ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς και γονείς, ανάμεσα σε γονείς, κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους, δικηγόρους, εισαγγελείς κοκ;

Μπορεί το φαινόμενο της βίας να έχει πολλαπλές ερμηνείες, αλλά η απάντηση στη βία χρειάζεται να είναι ξεκάθαρη και σχεδιασμένη με στοχαστική εγρήγορση, εκφράζοντας κάθε φορά μια σταθερή, συλλογική, μη βίαιη στάση από την πλευρά της οικογένειας, του σχολείου, αλλά και της κοινότητας στο σύνολό της. Η θέσπιση νόμων κατά της ενδοσχολικής βίας μπορεί να είναι μια καλή αρχή, επειδή αφυπνίζει τους εκπαιδευτικούς απέναντι στις παιδαγωγικές αξίες που οφείλει να μεταδίδει το σχολείο. Αλλά χρειάζεται να δώσουμε στους δασκάλους επαρκή εφόδια και τεχνικές για να πραγματώσουν αυτές τις αξίες μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο ιδεών το οποίο θα διαπνέεται από την αρχή του αμοιβαίου σεβασμού. Το βιβλίο επιχειρεί να απαντήσει μέσα από μια διαφορετική οπτική στα προβλήματα βίας και αποκλεισμού εντός του σχολικού πλαισίου. Η συνειδητοποίηση ότι είναι αναγκαία μια συλλογική αντιμετώπιση των φαινομένων της βίας καθιστά ρητή την ανάγκη ενδυνάμωσης των εκπαιδευτικών.

Όταν ο Χάιμ Ομέρ συνεργάζεται με σχολεία, δίνει έμφαση στις δυσκολίες των εκπαιδευτικών και εστιάζεται στην παρουσία και το κύρος του δασκάλου. Όταν οι γονείς εμπλέκονται στο έργο του σχολείου συνήθως χρησιμοποιούν απειλές, επικρίσεις και βίαια μέσα. Γι' αυτόν τον λόγο οι εκπαιδευτικοί τηρούν αμυντική στάση απέναντι στους γονείς αποκρύπτοντας περιστατικά, κάτι το οποίο ενισχύει τη βία. Η συμμαχία ανάμεσα σε γονείς και εκπαιδευτικούς αποτελεί βασική αρχή για την ήρεμη δύναμη. Οι εκπαιδευτικοί προσκαλούν τους γονείς, ώστε με την παρουσία τους να στηρίξουν το σχολείο ενάντια στη βία. Αντίστοιχα οι γονείς δεν χρειάζεται πλέον να αισθάνονται καχυποψία και θυμό απέναντι στο σχολείο. Αυτή η αμοιβαία στήριξη προσελκύει τη συνεργασία και άλλων λειτουργών της κοινότητας.

 Η οικοδόμηση της ήρεμης δύναμης δεν απαιτεί την ολοκληρωτική συμφωνία ανάμεσα στις εμπλεκόμενες πλευρές. Αντίθετα, έχει την ιδιότητα να προσαρμόζεται. Η κάθε πλευρά μπορεί να λειτουργεί με τον δικό της ρυθμό και τον δικό της τρόπο, χωρίς να είναι απαραίτητη η ομοιογένεια στην υιοθέτηση της εκάστοτε στρατηγικής. Μπορεί να ξεκινήσει κανείς κάνοντας μόνος του μικρά βήματα. Η ίδια η δομή της ήρεμης δύναμης εξασφαλίζει ότι, από τη στιγμή που θα ξεκινήσει η διαδικασία, γονείς και εκπαιδευτικοί θα ενδυναμώνουν ο ένας τον άλλον αμοιβαία.

Περιεχόμενα

Το πρώτο κεφάλαιο περιγράφει την έννοια της ήρεμης δύναμης· τις διαφορές της με την παραδοσιακή εξουσία και το πλαίσιο των σχέσεων που οικοδομεί ανάμεσα στον ενήλικα και το παιδί.

Το δεύτερο κεφάλαιο προτείνει την έννοια της άγρυπνης φροντίδας, την οποία συνδέει με την εμπιστοσύνη, την ιδιωτικότητα και τα καθήκοντα των γονέων. Παρέχει οδηγίες για ό,τι χρειάζεται να γνωρίζουν οι γονείς για το παιδί, πώς να αντλήσουν πληροφορίες, πώς να αποφύγουν να κατασκοπεύουν και πώς πρέπει να δράσουν σε μια απειλητική συνθήκη.

Το τρίτο κεφάλαιο είναι ο οδηγός για την αντιμετώπιση των βίαιων παιδιών στο σπίτι. Υποδεικνύει στους γονείς τον τρόπο ώστε να ξεπεράσουν την αίσθηση αδυναμίας, ώστε να προστατέψουν τον εαυτό τους, το σπίτι, τα αδέρφια, αλλά και το ίδιο το βίαιο παιδί.

Το τέταρτο κεφάλαιο αφορά την ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών. Το κύρος του δασκάλου δεν εκφράζει πλέον μια ατομική αρετή αλλά προκύπτει από το δίκτυο στήριξης. Ο εκπαιδευτικός χρειάζεται τη στήριξη των συναδέλφων του, της διεύθυνσης του σχολείου και των γονέων των μαθητών. Μαθαίνει σταδιακά να εκφράζεται μέσα από το «εμείς» αντί για το «εγώ».

Το πέμπτο κεφάλαιο περιγράφει τις διαδικασίες εκείνες μέσα από τις οποίες οι εκπαιδευτικοί οικοδομούν την παρουσία και την άγρυπνη φροντίδα τους στο σχολείο. Παρέχει λεπτομερείς οδηγίες για την ενίσχυση της παρουσίας των δασκάλων μέσα στην τάξη, έξω στην αυλή και στις εισόδους του σχολείου, ώστε να εδραιωθεί η αίσθηση της ασφάλειας και του ανήκειν.

Το έκτο κεφάλαιο παρουσιάζει τη διαφάνεια και τα μέτρα επανόρθωσης ως εναλλακτική στην τιμωρία και την πειθώ.

Το έβδομο κεφάλαιο εστιάζει στους μαθητές και στην επιστράτευσή τους στον αγώνα ενάντια στη βία. Η ήρεμη δύναμη επιτρέπει πλέον τη συμμαχία με τα παιδιά, ενδυναμώνοντας την κοινότητα των μαθητών και οικοδομώντας την επικοινωνία ανάμεσα σε μικρούς και μεγάλους.

Το τελευταίο κεφάλαιο αφορά την ήρεμη δύναμη στην κοινότητα συνολικά. Περιγράφει παραδείγματα δράσεων σε γειτονιές και χωριά ενάντια σε παραβατικές συμπεριφορές των νέων όπως η κατανάλωση αλκοόλ, οι βανδαλισμοί, η σεξουαλική ασέλγεια και οι καυγάδες. Η ευρεία αποδοχή που είχαν τα προγράμματα της ήρεμης δύναμης οδήγησε στην επανοικοδόμηση του πνεύματος της κοινότητας.

Ο τρόπος της ήρεμης δύναμης 

Μια σημαντική συνέπεια της ήρεμης δύναμης είναι η αμφισβήτηση της απόλυτης αξίας της ατομικότητας και του ταμπού της ιδιωτικότητας στην κοινωνία μας. Οι αξίες αυτές έχουν κόστος: μπορούν να οδηγήσουν στην αποξένωση, αφήνοντας τα παιδιά ευάλωτα και μόνα, χωρίς επαρκή γονεϊκή παρουσία στη ζωή τους. Οι αρχές της ήρεμης δύναμης βοηθούν στη σύσταση του κοινοτικού πνεύματος, οικοδομώντας μια αποδεκτή βάση πάνω στην οποία η κοινότητα παρεμβαίνει για να προστατέψει τα μέλη της. Πέρα από την αποτελεσματικότητά της απέναντι στη βία και την παραβατικότητα, η δράση της κοινότητας ενισχύει την αίσθηση του ανήκειν τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά.

 Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί έχουν ανάγκη από ένα μοντέλο εξουσίας που να εμπεριέχει τόσο την αγάπη όσο και τη δύναμη. Μια χρήσιμη μεταφορά που προτείνει ο Χάιμ Ομέρ, ώστε να προσεγγίσουμε τη μορφή ενός τέτοιου εναλλακτικού αρχηγού στην οικογένεια και στο σχολείο, είναι η άγκυρα. Το παιδί, όπως ένα πλεούμενο, όταν βρεθεί σε τρικυμία έχει ανάγκη από μια άγκυρα που δεν θα του επιτρέψει να χαθεί στα ανοιχτά μη μπορώντας να σταματήσει. Το παιδί χρειάζεται ένα πρόσωπο φροντίδας που θα είναι η άγκυρά του. Η άγκυρα δεν κατευθύνει το καράβι, είναι όμως εκεί για να το συγκρατήσει όταν χρειαστεί. Το να είσαι άγκυρα σημαίνει να επιτρέπεις στο παιδί να δρα αυτόνομα, αλλά να είσαι εκεί για να μην το αφήσεις να παρασυρθεί από την τρικυμία. Επιτρέπεις τις μετακινήσεις, αλλά όχι τις παρεκτροπές. Κρατάς το σκοινί που θα συνοδεύει το παιδί στο ταξίδι του και θα το βοηθήσει να μην χάσει τον δρόμο του. Και δεν χρειάζεται να έχεις τον έλεγχο στο παιδί, επειδή δεν είσαι το τιμόνι του. Είναι αρκετό το να έχεις τον αυτοέλεγχο ώστε να αντέξεις όλη την ένταση της τρικυμίας.

 Η άγκυρα δεν καταφέρνει να συγκρατήσει ένα καράβι χάρη στο βάρος της. Το καταφέρνει επειδή φέρει άγκιστρα τα οποία γαντζώνονται στον βυθό ανάμεσα στα βράχια και κρατάνε το σκοινί σταθερό. Κατ' αντίστοιχο τρόπο, το πρόσωπο φροντίδας έχει ανάγκη από υποστήριξη για να καταφέρει να κρατήσει το σκοινί σε μια τρικυμία. Το να ζητάς βοήθεια δεν είναι ένδειξη αδυναμίας αλλά αντίθετα, είναι αυτό που μπορεί να σε κάνει δυνατό. Μια άγκυρα με ένα μόνο άγκιστρο θα ήταν ουσιαστικά άχρηστη για ένα καράβι· γρήγορα θα έχανε τα κρατήματά της και θα υποχωρούσε στους κλυδωνισμούς. Όταν περάσει η τρικυμία, τότε η άγκυρα επιστρέφει για να ακουμπήσει στο καράβι της. Τότε είναι που μπορούν να γίνουν οι κινήσεις συμφιλίωσης με το παιδί. Όταν θα έχουν λίγο ηρεμήσει τα πράγματα, οι γονείς ή οι παιδαγωγοί ρίχνουν γέφυρες προς το παιδί ώστε να του προσφέρουν τον χώρο για να συζητήσει και να επανορθώσει. Ή για να επανορθώσουν με τη σειρά τους οι ίδιοι για όσες φορές έχασαν τον έλεγχο.